Αυλαία, ασύστατοι! Αιμορραγούν ως και οι πέτρες, σ’ αυτόν τον άνυδρο καιρό! ΑΥΛΑΙΑ (Γ. Μπλάνας, Στασιωτικό 53o)

8/2/11

Ο καμηλιέρης και η οχιά

Paul Gauguin, Self-portrait with Halo (λεπτομέρεια), 1889.


Επειδή όλοι οι ψηφοφόροι δεν είναι
ούτε καμηλιέρηδες, ούτε αγελάδες, ούτε δέντρα.
Υπάρχουν, ευτυχώς, πολλές αλεπούδες.
Και πάντως περισσότερες
από τις οχιές-αρμοστές που μας κυβερνούν.

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ένας καμηλιέρης διασχίζοντας τον κάμπο, σταμάτησε να ξεκουραστεί εκεί που είχε καταλύσει το προηγούμενο βράδυ ένα καραβάνι έχοντας αφήσει ίχνη από τη φωτιά που τους ζέστανε. Προχωρώντας η νύχτα έπιασε ένας δυνατός αέρας και πολύ γρήγορα άρπαξαν φωτιά κάτι φρύγανα από τους σπινθήρες που είχαν απομείνει. Αλίμονο όμως, εκεί μέσα τους, είχε κουλουριαστεί μια οχιά κι όπως κοιμόταν βαθιά κατάλαβε το κακό όταν ήταν ήδη περικυκλωμένη από ψηλές, για το μπόι της, φλόγες. Την ώρα, λοιπόν, που σκεφτόταν ότι ήρθε το τέλος της, διέκρινε τον καμηλιέρη κι άρχισε να τον καλεί απελπισμένα σε βοήθεια.

Ο καμηλιέρης στην αρχή δίστασε, επειδή φοβόταν το δηλητήριό της, αλλά δεν άντεχε να βλέπει να υποφέρει κανένα ζωντανό πλάσμα. Έτσι, καθησύχασε την οχιά πως θα τη βοηθήσει και αρπάζοντας ένα πουγκί που είχε κάτω από τη σέλα του, το στερέωσε γερά στην άκρη του κονταριού, που κρατούσε πάντα κοντά του, και έσπρωξε κοντά στην οχιά. Εκείνη χώθηκε γρήγορα γρήγορα στο πουγκί κι ο καμηλιέρης την τράβηξε μακριά από το μαρτύριό της.

«Τώρα, συνέχισε το δρόμο σου και να θυμάσαι πάντα την καλοσύνη που σου έδειξα, ώστε να είσαι ευγενική στο εξής με τους ανθρώπους που θα βρεθούν στο δρόμο σου», είπε ο καμηλιέρης, χαλαρώνοντας το άνοιγμα έτσι ώστε να βγει άνετα η οχιά.

«Ομολογώ ότι ήσουν μεγαλόψυχος απέναντί μου, αλλά δεν θα φύγω αν δεν τσιμπήσω τόσο εσένα όσο και την καμήλα σου. Σου αφήνω μόνο να αποφασίσεις ποιον θα τσιμπήσω πρώτο. Εσένα ή την καμήλα;» απάντησε η οχιά, που είχε ήδη γλιστρήσει στην άμμο.

«Τι τέρας αχαριστίας είσαι!», φώναξε τότε ο καμηλιέρης, και συνέχισε λέγοντας στην οχιά: «Είναι σωστό να ανταποδώσεις το καλό με ένα κακό;»

«Αυτό είναι συνήθειο των ανθρώπων», του απάντησε κοφτά η οχιά.

«Δεν είσαι μόνο αχάριστη, αλλά και ψεύτρα, ως συνήθως. Πιστεύω ότι θα σου είναι δύσκολο να αποδείξεις αυτά που λες. Τολμώ να πω ότι δεν υπάρχει άλλο πλάσμα στον κόσμο που να συμφωνεί μαζί σου. Έτσι και καταφέρεις να βρεις έναν ακόμη, τότε θα κάτσω να με τσιμπήσεις», απάντησε οργισμένος ο καμηλιέρης.

«Πολύ καλά», απάντησε η οχιά, «ας ρωτήσουμε την αγελάδα που βόσκει εκεί πέρα».

Η αγελάδα σταμάτησε να μασουλάει. «Αν εννοείτε ποια είναι η συνήθεια του ανθρώπου», άρχισε να λέει, απαντώντας στην ερώτησή τους, «πρέπει να σας πω, με λύπη, ότι κατά κανόνα εξοφλεί το καλό με ένα κακό. Για πολλά χρόνια υπήρξα πιστός υπηρέτης ενός γεωργού. Κάθε μέρα προμηθευόταν από μένα το γάλα και το βούτυρό του. Τώρα που γέρασα, και δεν είμαι πια σε θέση να τον εξυπηρετήσω, με άφησε σ΄ αυτόν τον βοσκότοπο να παχύνω, και μόλις χθες έφερε τον χασάπη να με δει. Αύριο θα πουληθώ για βοδινό κρέας. Σίγουρα πρόκειται για πληρωμή της καλοσύνης μου, με το κακό.»

«Θα δεις», δήλωσε η οχιά στον καμηλιέρη, «ότι όσα είπα είναι αλήθεια. Ετοιμάσου να σε τσιμπήσω και να διαλέξεις, εσένα ή την καμήλα πρώτα;».

«Περίμενε», απάντησε ο καμηλιέρης. «Στα δικαστήρια δεν βγαίνει απόφαση αν δεν ακουστούν δύο μάρτυρες. Φέρε λοιπόν κι άλλον έναν, κι αν συμφωνεί κι εκείνος με την αγελάδα, τότε μπορείς να μου κάνεις αυτό που θέλεις».

Η οχιά κοίταξε γύρω γύρω και πρόσεξε ότι στέκονταν κάτω από έναν τεράστιο φοίνικα. «Ας ρωτήσουμε το δέντρο», είπε τότε.

Όταν ο φοίνικας άκουσε την ερώτηση, τίναξε δυνατά τα κλαδιά του και είπε: «Δυστυχώς, η εμπειρία μού έχει διδάξει ότι για κάθε τι που προσφέρουμε στους ανθρώπους το αντάλλαγμα είναι μια ζημιά, ένα κακό. Στέκομαι εδώ στην ερημιά, όχι μόνο χωρίς να βλάπτω κάποιον, αλλά αντίθετα κάνοντας καλό σε όλους τους ταξιδιώτες που κάθονται στη σκιά μου, προσφέροντας τους χουρμάδες μου και τον χυμό τους να ξεδιψάσουν. Παρ΄ όλα αυτά, κάθε ταξιδιώτης όταν φάει, δροσιστεί και κοιμηθεί κάτω από τη σκιά μου, ψάχνει τα κλαδιά μου μονολογώντας είτε "αυτό το κλαδί είναι εξαιρετικό για ραβδί ή για λαβή στο τσεκούρι μου", είτε "τι υπέροχο ξύλο έχει αυτό το δέντρο! Πρέπει να κόψω αρκετό ώστε να φτιάξω καινούριες πόρτες στο σπίτι μου". Και πρέπει αυτό να το υπομένω χωρίς να μπορώ, καν, να διαμαρτυρηθώ. Έτσι μου ανταποδίδουν την καλοσύνη οι άνθρωποι».

«Οι δύο μάρτυρες που ζήτησες δήλωσαν ακριβώς τα ίδια πράγματα», είπε η οχιά, «και σε ξαναρωτώ. Ποιον θα δαγκώσω πρώτα; Εσένα ή την καμήλα;».

Αλλά ακριβώς εκείνη τη στιγμή εμφανίσθηκε μια αλεπού, δίνοντας την ευκαιρία στον καμηλιέρη να ζητήσει μια ακόμη μαρτυρία, με την ελπίδα ότι θα τη γλιτώσει από την αχάριστη οχιά. Εκείνη δε, ήταν τόσο ευχαριστημένη με αυτά που είπαν η αγελάδα και το δέντρο, ώστε συμφώνησε εύκολα να ακούσει και την αλεπού.

Όταν ο καμηλιέρης τελείωσε με τη διήγηση του περιστατικού και έθεσε το ερώτημα στην αλεπού, αυτή άρχισε να γελάει δυνατά. «Φαίνεται ότι είσαι πανέξυπνος συνάδελφος!» απάντησε στον καμηλιέρη, «για ποιο λόγο έκατσες και μου είπες τόσα ψέματα;»

«Αλήθεια σου λέει», διαβεβαίωσε η οχιά την αλεπού.

Όμως, η αλεπού άρχισε να γελάει, ξανά. «Δηλαδή εννοείς», ρώτησε περιφρονητικά, «ότι μια τόση μεγάλη οχιά, όπως εσύ, θα μπορούσε ενδεχομένως να χωρέσει σε ένα τόσο δα πουγκί;»

«Αν δεν το πιστεύεις, να το ξανακάνουμε να το δεις με τα μάτια σου», απάντησε η οχιά.

«Λοιπόν» απάντησε η αλεπού σκεπτικά, «μόνο αν σε δω εκεί με τα μάτια μου θα απαντήσω στην ερώτηση».

Τότε, ο καμηλιέρης άνοιξε το πουγκί και με μιας η οχιά χώθηκε μέσα και κουλουριάστηκε βαθιά, στον πάτο.

«Γρήγορα τώρα,» φώναξε η αλεπού, «σφίξε τα κορδόνια. Κάθε πλάσμα που του λείπει τόσο πολύ η ευγνωμοσύνη, όπως η οχιά, δεν του αξίζει τίποτα άλλο, παρά ο θάνατος».

Πηγή
Το παραμύθι ανήκει στους μύθους Μπιντπάι ή Πιλπάι που αποτελούν μέρος των περίφημων ινδουιστικών μύθων Πανχατάντρα, γραμμένοι στην σανσκριτική τον 3ο αιώνα π.Χ. Η συγκριμένη συλλογή χρονολογείται μεταξύ 100 π.Χ. και 500 μ.Χ.

The Tortoise and the Geese and other Fables of Bidpai, αναθεώρηση από την Maude Barrows Dutton (Boston: Houghton Mifflin Company, 1908), pp. 118-25. Η Dutton δεν προσδιορίζει το κείμενο επί του οποίου στήριξε την αναθεώρηση. Από τη σελίδα του D. L. Ashliman.

Απόδοση: α.μ.